Ποτέ δε θα μάθουμε πόσοι επέβαιναν στο πλωτό «φέρετρο»

Ποτέ δε θα μάθουμε πόσοι επέβαιναν στο πλωτό «φέρετρο»

Εξανεμίζονται ώρα με την ώρα οι όποιες ελπίδες είχαν απομείνει για να βρεθούν επιζώντες από το μεγαλύτερο ναυάγιο με μετανάστες που έχει συμβεί στην Ελλάδα, ενώ όλες οι πληροφορίες που έφταναν και χθες επιβεβαίωναν ότι στο αμπάρι και το ψυγείο του πλοίου ήταν κλεισμένες γυναίκες και παιδιά, με αποτέλεσμα να μην έχουν καμία ευκαιρία να σωθούν.

Καθώς το ναυάγιο σημειώθηκε σε ένα από τα βαθύτερα σημεία της Μεσογείου, με το βάθος να ξεπερνά τα 5.000 μέτρα, εκφράζονται φόβοι ότι ποτέ δε θα μάθουμε πόσοι και ποιοι, τελικά, είχαν «φορτωθεί» στο πλωτό νεκροταφείο των 30 μέτρων.

Συγγενείς θυμάτων και αγνοουμένων έχουν αρχίσει από χθες να φτάνουν στην Καλαμάτα, αναζητώντας εναγωνίως ένα νέο για τους δικούς τους ανθρώπους. Το Γραφείο Πολιτικής Προστασίας του Δήμου Καλαμάτας μέχρι χθες το μεσημέρι είχε δεχθεί 95 τηλεφωνήματα και μηνύματα από συγγενείς που αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους. Τα περισσότερα δε, προέρχονταν από συγγενείς σε Γερμανία και Αμερική.

Χθες, νεαρός Σύρος από τη Δαμασκό, που αναζητά τον αδελφό του, μίλησε στο Mega, λέγοντας ότι πλήρωσε 4.000 δολάρια για να ταξιδέψει στην Ιταλία, ενώ ξεκίνησαν δύο πλοία, με αυτό που επέβαινε ο αδελφός του να έχει πάνω του 760 άτομα! Κάποιες άλλες μαρτυρίες μιλούν για 6.000 δολάρια το κάθε εισιτήριο «ελπίδας».

Κι άλλοι συγγενείς, όμως, προσπαθούν με κάθε τρόπο είτε να ταξιδέψουν στην Ελλάδα είτε να επικοινωνήσουν με όποιον μπορούν για να μάθουν την τύχη των ανθρώπων τους.

Οι έρευνες συνεχίσθηκαν και χθες και θα συνεχισθούν και σήμερα, ενώ ολοκληρώθηκε το μακάβριο έργο μεταφοράς των 78 σορών (σύμφωνα με διόρθωση του αριθμού από το Λιμενικό Σώμα) στο κοιμητήριο του Σχιστού στην Αθήνα.

Χθες το πρωί, με εντολή της Εισαγγελίας Εφετών Καλαμάτας, ανέλαβε την εποπτεία όλων των διαδικασιών του προανακριτικού έργου η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Καλαμάτας, Πολυξένη Τσούλη. Λίγο αργότερα, με εντολή του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, την εποπτεία των ερευνών και των ανακριτικών πράξεων που διενεργούνται για το πολύνεκρο ναυάγιο ανέλαβε ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γιώργος Οικονόμου.

Στόχος είναι να αποδοθούν ποινικές ευθύνες στα πρόσωπα που εμπλέκονται και να διακριβωθούν πλήρως οι συνθήκες και τα αίτια του τραγικού ναυαγίου.

Χθες το απόγευμα, ο επικεφαλής της Frontex, Χανς Λάιτενς, βρέθηκε στο Λιμεναρχείο Καλαμάτας, προκειμένου να ενημερωθεί για τις έρευνες. «Είμαι εδώ για να κατανοήσω καλύτερα τι συνέβη και το ρόλο της Frontex. Είμαι εδώ, επίσης, για να εκφράσω την αλληλεγγύη μου και τη βοήθειά μου στους Έλληνες συναδέλφους, που έκαναν ό,τι περισσότερο μπορούσαν για να σώσουν ζωές» πρόσθεσε ο κ. Λάιτενς, κάνοντας λόγο για ένα «φρικτό γεγονός».

Επίσης στην Καλαμάτα βρέθηκε ο υπηρεσιακός υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Ευάγγελος Τουρνάς.

Σε ό,τι αφορά τους διακινητές, μέχρι χθες αργά το απόγευμα δεν είχε ανακοινωθεί επίσημα καμία σύλληψη, όμως τουλάχιστον οκτώ Αιγύπτιοι εξετάζονταν ως ύποπτοι, ενώ ανάμεσά τους είναι κι αυτός που υποδείχθηκε από τους διασωθέντες ως ο καπετάνιος του μοιραίου αλιευτικού.

Από σήμερα στη δομή της Μαλακάσας
Από σήμερα νωρίς το πρωί ξεκίνησε με λεωφορεία η μεταφορά των διασωθέντων στην οργανωμένη δομή στη Μαλακάσα. Αν και όλα ήταν έτοιμα για να αρχίσει από χθες η μεταφορά τους, σύμφωνα με πληροφορίες η εισαγγελέας ζήτησε περισσότερο χρόνο για να ολοκληρωθούν όλες οι διαδικασίες.

Στη Μαλακάσα έχουν γίνει ήδη από προχθές οι προετοιμασίες για την υποδοχή τους, καθώς είχε επιλεγεί η εν λόγω δομή ευθύς εξαρχής. Τη μεταφορά συντόνισαν από χθες ο δήμαρχος Θανάσης Βασιλόπουλος και ο αντιδήμαρχος Γιάννης Ζαφειρόπουλος.

Συνολικά οι διασωθέντες είναι 104, όμως μέχρι χθες το πρωί στο Νοσοκομείο Καλαμάτας νοσηλεύονταν 28 άτομα. Από την πρώτη στιγμή που έφτασαν στο λιμάνι, στο νοσοκομείο μεταφέρθηκαν 38 άτομα, εμπύρετα και ταλαιπωρημένα, χωρίς όμως να διατρέχουν κάποιον κίνδυνο.

Οι διασωθέντες είναι 43 Αιγύπτιοι (πέντε ανήλικα ανάμεσα τους), 12 Πακιστανοί, 47 Σύροι (τρία ανήλικα ανάμεσα τους) και δύο Παλαιστίνιοι.

Σε ό,τι αφορά τους νεκρούς, το γραφείο Τύπου του Λιμενικού Σώματος, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση που έγινε με το πέρας της μεταφοράς των σορών στην Καλαμάτα, ο αριθμός τους είναι 78 και όχι 79, μεταξύ των οποίων και μία γυναίκα.

Το βράδυ οι σοροί μεταφέρθηκαν στο λιμάνι της Καλαμάτας και φορτώθηκαν σε φορτηγό ψυγείο, το οποίο νωρίς το πρωί ξεκίνησε το ταξίδι του για το κοιμητήριο του Σχιστού. Εκεί θα γίνει λήψη δείγματος DNA, όπως και λήψη φωτογραφίας προσώπου, ενώ δείγμα DNA έχει ληφθεί και από τους διασωθέντες. Αφού ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, το υλικό θα σταλεί στις Πρεσβείες για να υπάρξει πιθανή αναγνώριση από συγγενείς. Εάν σε δέκα ημέρες δεν έχει υπάρξει αναγνώριση, θα γίνει ταφή των υπολοίπων εκεί.

Συνεχίζονται οι έρευνες
Ταυτόχρονα, συνεχίζονται οι έρευνες στο σημείο της ναυτικής τραγωδίας, χωρίς όμως να υπάρχει ελπιδοφόρο σημάδι για επιζώντες. Όσο περνούν οι ώρες, διευρύνεται η ζώνη των ερευνών, ενώ όλο το βράδυ, υπό το συντονισμό του Ενιαίου Κέντρου Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης, επιχειρούσαν στην περιοχή ένα περιπολικό σκάφος του Λιμενικού, ένα πλοίο ανοιχτής θαλάσσης του Λιμενικού, μία φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού, εννέα παραπλέοντα πλοία. Από αέρος επιχειρούσαν ένα ελικόπτερο του Λιμενικού, ένα ελικόπτερο της Πολεμικής Αεροπορίας και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού. Το έργο τους τη νύχτα βοηθούσε το C 130, το οποίο έριχνε φωτοβολίδες.

Στο μεταξύ, αγωνιώδεις είναι οι εκκλήσεις συγγενών, κάποιοι από τους οποίους έχουν φτάσει στο λιμάνι της Καλαμάτας, αναζητώντας άτομα που επέβαιναν στο αλιευτικό πλοίο. Ο Μάλεκ από τη Συρία που, όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, εδώ και 6 χρόνια ζει στη Γερμανία, έφτασε χθες το πρωί στο λιμάνι της Καλαμάτας αναζητώντας τον 18χρονο αδερφό του Μοχάμεντ. Έχουν να μιλήσουν εδώ και 6 μέρες, ενώ το μόνο που γνώριζε είναι ότι είχε ξεκινήσει από τη Συρία με προορισμό την Ιταλία.

Τον ανηψιό του αναζητά ο Μάριος από τη Συρία, ο οποίος ζει στην Κύπρο. Όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο ανηψιός του επέβαινε στο αλιευτικό πλοίο που ξεκίνησε από τη Λιβύη, θέλοντας να φτάσει στην Ιταλία. Δε βρίσκεται στους διασωθέντες που έχουν φτάσει στο λιμάνι της Καλαμάτας ούτε σε κάποιο νοσοκομείο.

«Θα προκαλούσαμε ναυτικό δυστύχημα»
Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες του ναυαγίου και γιατί οι δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή δεν επενέβησαν, ο εκπρόσωπος Τύπου του Λιμενικού Σώματος, πλωτάρχης Νικόλαος Αλεξίου, είπε μεταξύ άλλων μιλώντας στο Mega: «Είναι ένα αλιευτικό σκάφος 25-30 μέτρων, πάρα πολύ παλιό σκάφος, με πολλούς ανθρώπους πάνω στο εξωτερικό κατάστρωμα. Το βράδυ έφτασε το Λιμενικό και το είδαν μακροσκοπικά. Όταν ο άλλος σου αρνείται κατηγορηματικά κάθε βοήθεια, δεν μπορείς με το ζόρι να του επιβάλλεις να εκτρέψει την πορεία του, γιατί αυτό που θα καταφέρναμε να κάνουμε, είναι να προκαλέσουμε ένα ναυτικό ατύχημα νωρίτερα από την ώρα που συνέβη».

«Ανάλογα με την περιοχή των θαλασσίων ζωνών και ανάλογα με το έγκλημα που τελείται, έχεις διαφορετικές δυνατότητες πράξεως. Εν προκειμένω, οποιαδήποτε ενέργεια και να κάναμε να τους τραβήξουμε χωρίς τη θέλησή τους, με 100-200 άτομα στο εξωτερικό κατάστρωμα και με τη μετατόπιση που έγινε και πιθανότατα προκάλεσε τη βύθιση του πλοίου, αν παρεμβαίναμε θα το είχαμε προκαλέσει νωρίτερα εμείς οι ίδιοι. Δεν μπορείς με το ζόρι να εκτρέψεις ένα πλοίο. Μιλάμε για ανθρώπους και όχι για φορτίο. Δεν μπορείς να κάνεις επεμβάσεις, όταν αυτός που μιλάς αντιδρά. Εμείς μιλούσαμε με διαφορετικούς ανθρώπους και θα δούμε στην πορεία μέσω της προανακριτικής διαδικασίας», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Αλεξίου.

Οι δε διασωθέντες περιέγραψαν στους άνδρες του Λιμενικού ότι λίγο μετά τον απόπλου και λόγω του υπέρβαρου η μηχανή του σκάφους παρουσίασε προβλήματα. Αρκετοί, ανησυχώντας για την έκβαση του ταξιδιού, ζήτησαν να γυρίσουν πίσω στη Λιβύη. Δεν εισακούστηκαν, με τους διακινητές να αποφασίζουν να συνεχίσουν το δρομολόγιο προς Ιταλία, προκειμένου προφανώς να εξασφαλίσουν τα έσοδα από τη διακίνηση.

Όλοι φαίνεται πως είχαν πληρώσει περίπου 4.000 – 5.000 ευρώ, ξεκινώντας από τη Λιβύη για να μεταβούν μόνο στην Ιταλία και πουθενά αλλού. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα ταξίδι που μπορεί να απέφερε κέρδη της τάξης των 3.000.000 ευρώ στους δουλεμπόρους με τη χρήση ενός σκάφους – φερέτρου αξίας 10.000-15.000 ευρώ.

Η ακτιβίστρια που επικοινωνούσε με το αλιευτικό
Όπως αναφέρουν «Τα Νέα», με ανάρτησή της στο Facebook η ακτιβίστρια Nawal Soufi, η οποία ήταν η πρώτη που επικοινώνησε με τους επιβάτες του πλοίου, όπως αναφέρει το Alarm Phone, εξουσιοδοτεί τους δημοσιογράφους να μεταδώσουν τη μαρτυρία της από την επικοινωνία που είχε με τους πρόσφυγες τις κρίσιμες ώρες πριν από το ναυάγιο.

«Στις 13 Ιουνίου 2023, τις πρώτες πρωινές ώρες, οι μετανάστες που επέβαιναν σε μια βάρκα με 750 άτομα επικοινώνησαν μαζί μου και μου μίλησαν για το δράμα τους. Μετά πέντε ημέρες ταξιδιού, το νερό είχε τελειώσει, ο οδηγός της βάρκας τούς είχε εγκαταλείψει στην ανοιχτή θάλασσα και υπήρχαν επίσης έξι πτώματα στο σκάφος. Οι μετανάστες δε γνώριζαν ακριβώς πού βρίσκονταν, αλλά χάρη στην άμεση θέση του τηλεφώνου Turaya, μπόρεσα να μάθω την ακριβή τους θέση και να ειδοποιήσω τις αρμόδιες Αρχές.

Ωστόσο, η κατάσταση περιπλέχθηκε όταν μια βάρκα πλησίασε το σκάφος, έδεσε σχοινιά σε δύο σημεία του και άρχισε να πετάει μπουκάλια με νερό. Οι μετανάστες αισθάνθηκαν μεγάλο κίνδυνο, καθώς φοβούνταν ότι τα σχοινιά θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανατροπή της βάρκας και ότι οι αψιμαχίες στο σκάφος για να πάρουν νερό, θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη βύθισή του. Για το λόγο αυτό απομακρύνθηκαν ελαφρώς από το πλοίο για να αποφύγουν ένα ναυάγιο.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, η κατάσταση στο σκάφος έγινε ακόμη πιο δραματική: οι μετανάστες ήταν μπερδεμένοι και δεν καταλάβαιναν αν επρόκειτο για επιχείρηση διάσωσης ή για έναν τρόπο να θέσουν τη ζωή τους σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο.

Παρέμεινα σε επαφή μαζί τους μέχρι τις 11.00 το βράδυ ώρα Ελλάδας, προσπαθώντας να τους καθησυχάσω και να τους βοηθήσω να βρουν μια λύση. Όλη την ώρα με ρωτούσαν τι έπρεπε να κάνουν και τους έλεγα συνεχώς ότι η ελληνική βοήθεια θα ερχόταν. Σε αυτό το τελευταίο τηλεφώνημα, ο άνθρωπος με τον οποίο μιλούσα μου είπε: “Νιώθω ότι αυτή θα είναι η τελευταία μας νύχτα στη ζωή”.

Όταν οι μετανάστες απομακρύνθηκαν ελαφρώς από τη βάρκα, δεν υπήρχε πρόθεση να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ιταλία, γιατί δε θα ήξεραν πώς να πλεύσουν στα ιταλικά ύδατα, καθώς ο πραγματικός οδηγός της βάρκας έλειπε και ρωτούσαν συνεχώς τι να κάνουν. Χρειάζονταν οπωσδήποτε βοήθεια στο σημείο στο οποίο βρίσκονταν και αν μου είχαν εκφράσει την πρόθεσή τους να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ιταλία, προφανώς θα είχα στείλει ενημέρωση στη Μάλτα, την Ελλάδα και την Ιταλία, αλλά οι μετανάστες δεν είπαν ποτέ κάτι τέτοιο.

Είναι ποτέ δυνατόν η φυγή των μεταναστών από την κατάσταση κινδύνου στην οποία βρίσκονταν να ερμηνεύτηκε από τις ελληνικές Αρχές ως φυγή από τη διάσωση; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν μπορώ να απαντήσω, αλλά μπορώ να βεβαιώσω ότι αυτοί οι άνθρωποι ζητούσαν πάντα να διασωθούν από οποιαδήποτε χώρα», αναφέρει.

Της Βίκυς Βετουλάκη