Εκδρομικές εντυπώσεις 1937: Από την Πύλο στην Κορώνη με βενζινόπλοιο

Εκδρομικές εντυπώσεις 1937: Από την Πύλο στην Κορώνη με βενζινόπλοιο

Δεν είναι πολλή ώρα που το ρολόι της εκκλησιάς χτύπησε με την πένθιμη καμπάνα του τέσσερες από τα μεσάνυχτα. Μια θεϊκή γαλήνη απλώνεται γύρω. Τίποτα δεν ταράζει τη νυχτερινή ερημιά της Πύλου, που κοιμάται πνιγμένη στα πολλά ηλεκτρικά της, που καθρεφτίζονται στα ήσυχα, σαν λίμνης δοξασμένης, νερά του λιμανιού.

Το μαϊστράλι που φύσαγε από βραδυού έχει πέσει, ούτε φύλλο δε σιέται. Ο ξάστερος ουρανός φαντάζει σαν πελώριο ψηφιδωτό από πολύτιμα πετράδια, έτσι όπως δείχνεται με τη δυνατή αντιφεγγιά των αστεριών. Κυττάς την ασημένια γραμμή που ρίχνει το φως ενός αστεριού πάνου στ’ ακύμαντα νερά σαν σερνάμενο φίδι κι η σκέψη σου ταξιδεύει μαζί της. Ζητάς να ξεχαστείς και να ξεχάσεις. Ώρα μοναδική για ρεμβασμούς και ονειροπολήματα.

Μα ο μονότονος χτύπος της μηχανής του καϊκιού που θα μας πάει στην Κορώνη ακούγεται στριγκά και κόβει την ψυχική μας διάθεση.

Περισσότεροι από εξήντα εκδρομείς, άλλοι νυσταγμένοι και βαρύθυμοι κι άλλοι φρέσκοι και χαρωποί, μαζευόμαστε στο μουράγιο. Ξεκινάμε καθένας με ξεχωριστή ευχαρίστηση. Άλλοι γιατί επιτέλους θα πάνε το τάμα τους πώχουν κάνει στην Ελεήστρια, άλλοι πιστοί προσκυνητές στα ερείπια της μεγάλης της ιστορίας κι άλλοι για την όμορφη διαδρομή, προσμένοντας αναπάντεχες περιπέτειες μακρυά από τη ρουτίνα της πόλης με τους τύπους της και τις άλλες μιζέριες, έστω και για μια μέρα.

Αφήνουμε την Πύλο να ξανάβρει τον ύπνο της και ξανοιγόμαστε.

Αριστερά μας το Νιόκαστρο ορθώνεται πελώριο κι απειλητικό στέκοντας αντιμέτωπο στο αντικρυνό Παλιαβαρίνο, που αχνοφέγγει στο βάθος του κόλπου. Στο κύτταγμά τους η φαντασία αδέσποτη ξαναζεί σελίδες λησμονημένες από την κοινή ιστορία τους. Σελίδες γιομάτες από μεγάλες καταστροφές και κατατρέγματα της μοίρας που τόσο τέλεια τις ζωντανεύει το λαϊκό τραγούδι:

Εδώ το λένε Νιόκαστρο το λεν Παλιαβαρίνο

Τρων τα ποντίκια ζωντανά και τα σκυλιά ψημένα

Κι ένα κεφάλι ανθρώπινο μες το ντορβά βαλμένο…

Το μαρμαρένιο κενοτάφιο του Σανταρόζα μόλις διακρίνεται στην αστροφεγγιά. Τα ματωμένα βράχια της Σφακτηρίας κρυμμένα μες σε μια διάφανη ομίχλη όλο και μακραίνουν. Το φως του φάρου όλο μικραίνει.

Βγαίνουμε έξω από το λιμάνι. Περνάμε κάτ’ από τον Άγιο Νικόλα που στυλώνει απότομα το κωνικό ανάστημά του μες από τη θάλασσα.

Κυττώντας τον έτσι μεγαλόπρεπα καθισμένο πάνω από τα κεφάλια μας νοιώθουμε κάτι σαν πλάκωμα στα  στήθια και πιο πολύ τη μικρότητά μας.

Έχουμε πια ανοιχτεί στο πέλαγος. Ατέλειωτη ξαπλώνεται μπροστά μας η Μεσόγειος, η πιο ζωντανή και πιο πολυσύνθετη θάλασσα, που πάνω της μια μεγάλη ιστορία έχει γραφτεί από τους σκοτεινούς χρόνους της προϊστορίας μέχρι τους νεωτέρους.

Καμμιά άλλη δεν γνώρισε πιο φοβερές και πιο κρίσιμες περιπέτειες. Αθηναϊκές, Ρωμαϊκές γαλέρες, βυζαντινοί δρόμωνες, βενετσιάνικες και τούρκικες φρεγάτες και μπαρμπαρέζικες αρμάδες ως τα τελευταία τρέντνωτ, πόσες ηρωικές σελίδες δεν έγραψαν πάνω στα πρασινογάλανα νερά της, τα αγαπημένα από τους θεούς και τραγουδημένα από τους ποιητές όλου του κόσμου.

Το πρώτο ηλιοβάρεμα μας βρίσκει στη Βαρέλα. Είναι ένα από τα πιο δύσκολα κανάλια της Πελοποννήσου και το χειρότερο σημείο της διαδρομής μας. Το κούνημα λίγο στην αρχή σαν λίκνισμα όλο και δυναμώνει. Αρχίζει το σκαμπανεύασμα και μαζί του τα πρώτα κρούσματα της ναυτίας, που δεν αργεί να γενικευτεί. Μόνο μερικοί προνομιούχοι στέκουν καλά στα πόδια τους και προσφέρουν ηρωικά και με πίστη τις πραγματικά πολύτιμες περιποιήσεις τους. Το θέμα είναι κωμικό και τραγικό μαζί. Άλλος ζητάει λεμόνι, άλλος θέλει αέρα, κι άλλος ξαπλωμένος νίβεται για να συνέλθει. Το καΐκι μας καθαρό καραβόσκαρο έχει κάτι από τις παλιές φρεγάτες και έτσι όπως έχουν καταντήσει οι επιβάτες ριγμένοι ανάκατα στο κατάστρωμά του μοιάζει με κουρσάρικο που τραβάει για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Ευτυχώς τα σταυροκοπήματα και τα καινούργια τάμματα τελεσφορούν και το κούνημα σταματάει. Σιγά σιγά το κέφι ξαναγυρίζει. Η κακιά ώρα έχει περάσει. Τα γέλοια και τα ξεφωνητά πυκνώνουν. Τα τραγούδια και οι κιάρες συντροφεύουν το μαρτυρικό χτύπο της μηχανής.

Αργοπερνάμε το πλατύγυρο κάστρο της Μεθώνης, ένα από τα οχυρώτερα πούχτισε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία στο Μωριά. Τείχη μεγάλα, φαγωμένα από τη θάλασσα, πύργοι μεσοπεσμένοι, πόρτες πελώριες που χάσκουν, το Μπούρτζι πιο πέρα με το σταχτόμαυρο όγκο του χωρισμένο από το άλλο συγκρότημα, δίνει μια ιδέα της αξίας του.

Πιο πέρα αρχίζουν τα σπίτια της Μεθώνης που φτάνουν πέρα μακρυά και ενώνονται με τα σταφιδόσπιτα.

Παραπλέουμε στα ξερά βράχια της Σαπιέντζας με τον περίφημο φάρο, που καθώς λένε είναι ο πρώτος της Μεσογείου και χρησιμεύει για να προσανατολίζονται τα βαπόρια. Στο μέρος τούτο βρίσκεται το μεγαλύτερο βάθος σ’ όλο το πέλαγος. Πόσες φορές τα άπατα τούτα νερά δεν στάθηκαν θέατρο μεγάλων γεγονότων. Εδώ έγινε το ολοκαύτωμα του Λορεδάνου και του Μποράκ. Κι εδώ γίνηκε το χαροπάλεμα των Ελλήνων που κατέφευγαν στον Ορλώφ έπειτα από το ξεσήκωμά τους, ζητώντας προστασία κοντά του, που τόσο άτιμα τους αρνήθηκε αφήνοντάς τους έρμαια στους αφηνιασμένους Τουρκαλάδες.

Η Αμοριανή, το μικρό νησάκι που κείται ανάμεσα Σαπιέτζα και Σχίζα, όπως φυσάει το αεράκι και το χτυπάει το κύμα, μοιάζει να ταξιδεύει στην ακινησία του.

Όλα τα παραπάνω βράχια όλα γυμνά και άγρια. Εκτός από κάτι σκοίνα και κάτι κοντά αγριόχορτα τίποτα δεν μαλακώνει τη σκληράδα τους. Πέτρα, στουρνάρι κι αγκαθερά κοτρώνια σπαρμένος ο τόπος. Πού και πού κάποιο χλοερό αραξοβόλι του θρύλου και της απλής ζωής απαλαίνει κάπως τη γύρω ξεραΐλα.

Καβατζάροντας το Κάβο – Γάλλο το αεράκι που έρχεται ίσα από τον Ταΰγετο μας δροσίζει το πρόσωπο και την ανάσα. Αρκετά μας έβρασε ο ήλιος, αν και οι τέντες ήσαν καλά απλωμένες.

Προσχωρώντας αντικρύζουμε ένα καινούριο τοπίο. Σιγά σιγά η γύμνια των γύρω βραχότοπων αρχίζει να ντύνεται. Εδώ η φύση χαίρεται. Κατηφοριές ολόκληρες από λιόδενδρα. Παντού ελιές με το γλυκόθωρο χρώμα και τις ανταύγειες που σκορπούν οι ίσκιοι τους.

Σταφιδόσπιτα πινιγμένα μες στα αμπέλια και άλλα καρποφόρα, μερικά ψηλόλιγνα κυπαρίσσια που κατεβαίνουν ως τη θάλασσα γιομίζουν το πλούσιο τοπίο.

Προχωρούμε. Μια μεγάλη αμμουδερή γραμμή φτάνει ως πέρα στο κάστρο της Κορώνης με τα δαντελωτά τειχιά και τους επιβλητικούς μπιτσιχανέδες. Πάνω τους βρίσκεται το νεκροταφείο, όπου ξεχωρίζουν τα πολλά κυπαρίσσια του και πιο κάτου η Ελεήστρια χτισμένη πάνου σ’ ένα απότομο βράχο σαν κρεμασμένη. Στο βάθος οι βουνοκορφές του Ταϋγέτου και δεξιά η ατέλειωτη θάλασσα προδιαθέτουν ευχάριστα και ξεκουράζουν το μάτι.

Στρίβοντας το χρυσοκίτρινο από τα θερισμένα στάχυα πλάτωμα αντικρύζουμε την Κορώνη χτισμένη αμφιθεατρικά. Τα σπίτια της αρχίζουν μέσα από το κάστρο και κατεβαίνουν χαμηλά στην ακρογιαλιά, που το χειμώνα τα δέρνει η θάλασσα.

Η Κορώνη, το καύχημα της Βενετιάς, με το απόρθητο κάστρο είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Ασίνης και όχι όπως νομίζουν μερικοί στης αρχαίας Κορώνης, που βρισκόταν στο σημερινό Πεταλίδι.

Τρεις κανονιές ριγμένες, από κάποιο κανόνι ασφαλώς από τις πολιορκίες μεινεμένο, για καλοδώρισμα, μας φέρνει αιώνες πίσω ξυπνώντας ξεχασμένες σελίδες από φοβερές επιδρομές και οργιαστικούς θριάμβους. Μέσα στο ίδιο τούτο λιμάνι, ο Κονράδος, ο θρυλικός Κουρσάρος του Βύρωνα, που τον τραγούδησε στο ομώνυμο ποίημά του θέλησε να κάψη την τούρκικη αρμάδα στο άραγμά της.

Αράζουμε και βγαίνουμε στη στεριά. Πατούμε τα χώματά της που γνώρισαν βαθιά τ’ αχνάρι του ξένου καταχτητή, είτε Βεντσιάνος ήταν είτε Τούρκος ή Μπερμπερίνος πειρατής. Καθένας άφησε ζωντανά σημάδια από το πέρασμά του στην πόλη τούτη με την πολυκύμαντη ιστορία.

Οι Κορωναίοι μάς υποδέχονται ευγενικά και πρόθυμοι να μας εξυπηρετήσουν. Προχωρούμε στην πόλη. Μια πόλη με παλιά αρχοντικά και όμορφα άσπρα σπιτάκια, που στα παράθυρά τους και στις πέτρινες σκάλες ξεχειλίζουν τα βασιλικά και άλλες πρασινάδες. Κρατάει ακόμα το παλιό χαρακτήρα χωρισμένη σε τάξεις. Ακόμη δεν γνώρισε την αρχοντοχωριάτικη επιδρομή κλεισμένη στον εαυτό της με μόνιμο και γηγενή πληθυσμό.

Στην κεντρική πλατεία κοντά στη θάλασσα ορθώνονται οι πελώριοι ταρσανάδες, τα κορωνέικα ναυπηγεία, μοναδικά στη Μεσσηνία, αλλά γνωστά και πιο πέρα ακόμη. Τα τρεχαντήρια και τα άλλα καΐκια βγαίνουν από τούτα εδώ τα εργαστήρια. Στεκόμαστε και καμαρώνουμε τα τεράστια σκελετά και ζηλεύουμε την τύχη τους, που σε λίγο περήφανα πλεούμενα θα αυλακώνουν τα πελάγη, καταδικασμένοι να ζούμε στον ίδιο τόπο.

Περνάμε μέσα από στενά δρομάκια κι ανηφορίζουμε σε πέτρινες σκάλες φτιασμένες από αγκωνάρια του κάστρου, για την Ελεήστρια. Κάνουμε μια παράκληση στη θαυματουργό εικόνα που μέσα της κρύβονται τα ευρήματα π’ ωνειρεύθηκε η Μαρία Σταθάκη. Ασφαλώς λείψανα κάποιας καθολικής εκκλησιάς που ρημάξανε οι Τούρκοι. Κατεβαίνουμε τα λιγοστά σκαλοπάτια για να ιδούμε το βράχο που μέσα του βρήκαν την Παναγία. Πολλοί προσκυνητές φεύγοντας παίρνουν φυλαχτό μια πέτρα ή μια χούφτα χώμα.

Ξανακατεβαίνουμε στην πλατεία και προχωρούμε για μπάνιο στο Αρτάκι, κοντά στις βρυσούλες, που η παράδοση λέει πως όποιος ανύπαντρος πιεί παντρεύεται πάνου στο χρόνο, προς μεγάλη ευχαρίστηση των κοριτσιών, που δεν άφησαν την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη.

Μετά το μπάνιο μαζευόμαστε σ’ ένα κοινό τραπέζι κι έπειτα απολαβαίνομε τον ίσκιο μιας κληματαριάς μέχρι να πέσει λίγο η ζέστη για ν’ ανεβούμε στο κάστρο.

Περνώντας την πλατεία της Ομαλής ανηφορίζουμε ένα καλντεριμωμένο στενοκάντουνο με χαμηλά ασβεστωμένα σπιτάκια. Έξω στις αυλές τους χαρωπές γριούλες καθισμένες με κάποιο πλέξιμο στο χέρι μάς δείχνουν πρόθυμα το δρόμο για το κάστρο, που δεν αργούμε να περάσουμε τη γοτθική του πόρτα με το μισοστρόγγυλο φεγγίτη.

Πατώντας σε πεσμένα ντουβάρια βγαίνουμε στην ταράτσα του σκοταδιαρού απ’ όπου η άποψη της Κορώνης είναι πανοραμική, με τους μικρούς κάβους, την παραλία του Αρτακιού, τους γύρω λόφους καταπράσινους από αμπέλια και λιόδεντρα, τόσα πολλά που να δικαιολογείται η λαϊκή παροιμία: «Λάδι βρέχει στην Κορώνη».

Η οργιαστική τούτη βλάστηση προχωρεί μακριά ως πέρα που το μάτι αγκαλιάζει κατά τη δύση, το Λυκόδημο. Βαθύτερα και πιο ψηλά προς το βοριά ψηλώνει καμαρωτά το Βουλκάνο και ύστερα ακολουθεί ατέλειωτη βουνοσειρά με πλούσια χρώματα που κλείνει με τις ψηλοκορφές του Ταϋγέτου, που κατεβαίνει χαμηλά στη θάλασσα.

Μες από γκρεμίλες και χαλάσματα κατεβαίνουμε στο εσωτερικό του σκοταδιαριού θαυμάζοντας την τέλεια αρχιτεκτονική του κι η φωνή μας ταράζει τη μυστηριακή γαλήνη του ξυπνώντας θρύλους και παραμύθια.

Νοτιοδυτικά στην άλλη άκρη του κάστρου βρίσκονται οι δύο μπιτσιχανέδες, που για να τους φτάσουμε περνάμε μες από πηγάδια, τούρκικα χαμάμια και ξεθεμελιωμένα από τους νεοέλληνες βενετσιάνικα αρχοντικά, που στον τόπο τους φυτέψανε συκιές κι αμπέλια.

Τέτοια βεβήλωση στα ιστορικά του μέρη είναι ανήκουστη. Το χειρότερο καθώς μάθαμε είναι ότι το κάστρο δεν ανήκει στο κράτος, αλλά σε διαφόρους ιδιώτες που εκμεταλλεύοντάς το καθημερινά το καταστρέφουν. Απίστευτο πώς οι αρχές της Κορώνης και άλλοι φιλότιμοι κάτοικοί της δεν ανέφεραν στο Υφυπουργείο Τουρισμού την εγκατάλειψη και την καταστροφή του.

Κατρακυλώντας σε κατηφορικά δρομάκια γιομάτα από συντρίμμια και άγρια χορτάρια φτάνουμε τους δύο μπιτσιχανέδες, που στυλώνονται απειλητικά πάνου από τη θάλασσα. Λένε πως το χειμώνα όταν αγριεύει ο βοριάς και τα κύματα μανιασμένα χτυπούν στα βράχια και στα ριζά του κάστρου, οι μπιτσιχανέδες ουρλιάζουνε λες κι ακούγονται φωνές και βογγητά από αλυσοδεμένες σκλάβους.

Ακολουθώντας το σκοτεινό διάδρομο που τον φωτίζουν οι άδειες σαν βγαλμένα μάτια κανονιέρες, μπαίνουμε σκυφτά στο κυκλικό εσωτερικό τους. Μια μεγάλη κορώνα στη μέση με τέσσερους φωταγωγούς στην κορφή και γεροί τοίχοι στηρίζουν το αρχιτεκτονικό τούτο το κατόρθωμα. Ο αέρας βαρύς κι ακίνητος μυρίζει δυνατά υγρασία και μούχλα, που μας περονιάζει. Σύννεφο οι νυχτερίδες πετούν τρομαγμένες από τις φωνές σαν μια διαμαρτυρία για την ησυχία που τους χαλάσαμε. Όλο το περιβάλλον άγριο και τρομαχτικό φέρνει στο κορμί ένα σύγκρυο τρόμου και σπρώχνει το μυαλό σε θλιβερούς στοχασμούς.

Σε ένα από τα υπόγεια των δύο τούτων μπουντρουμιών φυλακίστηκε κι αλλυσοδέθηκε ο Φώτος, γιατί θέλησε να σώσει την αδελφή του από το χαρέμι του πασά που ήταν κλεισμένη και που θα γινότανε κι ο τάφος του, αν δεν τους έσωζε κάποιος κρυφοχριστιανός Τούρκος.

Ψαχτά, ψαχτά προχωρούμε στηριζόμενοι στους νωτισμένους τοίχους γεμάτους στάλαχτες που ακόμη δεν έχουν καλά πετρώσει, κι από άλλο μονοπάτι βγαίνουμε στην ταράτσα, μακρυά από τον θλιβερό τούτο τόπο. Καθισμένοι στα πλατυά μπεντένια απολαβαίνουμε το δροσερό αεράκι που διώχνει σιγά σιγά το πλάκωμα στα στήθια και μας δίνει δυνάμεις για καινούριες εξορμήσεις.

Απέναντι στο νεκροταφείο βρίσκονται τα ερείπια της Βυζαντινής Αγιά Σοφιάς. Δεν σώζονται παρά ένα κομμάτι του ιερού, μια σκαφτή κολυμπήθρα και μαρμάρινες πλάκες μαζί με πώρινα αγκωνάρια σκορπισμένα ανάκατα ως την πόρτα του μοναστηριού, που δεν αργούμε να περάσουμε. Μαύρες πινακίδες με άσπρα γράμματα από ρητά της αγίας γραφής και των ευαγγελίων γεμίζουν την εξώπορτα και τις πόρτες των κελλιών. Δεν μιλούν παρά για τη δεύτερη παρουσία και τα μαρτύρια των μη μετανοούντων. Όλα αυτά γιομίζουν τρόμο την ψυχή και τα πόδια διστάζουν να προχωρήσουν. Η πρόσχαρη όμως υποδοχή μιας γλυκομίλητης καλόγριας μας δίνει θάρρος και προχωρούμε στο εσωτερικό του μοναστηριού.

Μας δείχνει πρόθυμα τους περίφημους αργαλειούς που υφαίνουν τα μεταξωτά. Πόσες προίκες δεν έχουν γίνει από τ’ ακούραστα χέρια τους.

Απέραντη ησυχία επικρατεί στο απόκοσμο τούτο καταφύγιο, που δεν κόβεται παρά μόνο από το χτύπημα της σαΐτας και τον αργό ήχο των συνεχών παρακλήσεων «προς σε καταφεύγω την κεχαριτωμένη, ελπίς απηλπισμένων συ, μοι βοήθησον».

Μια γλυκειά συμφωνία ακούγεται από το μικρό εκκλησιδάκι. Είναι τέσσερες μαντυλοδεμένες καλόγριες, παιδιά ακόμη που κάνουν τη βραδυνή τους παράκληση. Φεύγουμε ψηλαφητά για να μην ταράξουμε την ψυχική τους ανάταση που ξεχωρίζει στα εξαϋλωμένα πρόσωπά τους.

Έπειτα από ένα βιαστικό ξεκούρασμα στον ασκητικά γυμνό ξενώνα βγαίνουμε στον εξώστη του μοναστηριού. Κάτω από πενήντα μέτρα, μεγαλόπρεπο ξανοίγεται μπροστά μας το θέαμα. Τα χτίσματα, η όμορφη σαν την Κινέττα παραλία του Ζάγκα και πέρα η θάλασσα πλατειά και πολύχρωμη. Όλα τούτα σου συνεπαίρνουν το μάτι και τη σκέψη και σούρχεται να απομείνης αιώνια χωρίς σκέψεις και ονειροπολήματα, ξεχνώντας κι αυτή την ύπαρξη σου ακόμη. Αλήθεια, πόσο αισθηματικοί πρέπει να ήσαν όλοι αυτοί που πρωτοχτίσανε τα μοναστήρια, για να διαλέγουνε τις όμορφες τοποθεσίες.

Ο ήλιος γέρνοντας σκορπίζει τις στερνές χρυσοκόκκινες σπίθες του όταν χαιρετάμε την ευγενική οδηγό μας.

Ξαναπαίρνουμε τα ίδια στενοκάντουνα και βγαίνουμε στην κεντρική πλατεία. Είναι η ώρα για σεργιάνι και δεν βλέπουμε παρά λίγους άντρες να κάνουν βόλτες. Συγκρίνοντας με την κυριακάτικη κίνηση της Πύλου απορούμε για τη γύρω ερημιά και ρωτάμε γιατί δεν βγαίνουν οι γυναίκες. Μας δικαιολογούνται πως ο κόσμος εδώ προτιμάει το σπίτι του και οι λιγοστοί που δίνουν ζωή στην κοσμική τους κίνηση, βρίσκονται στα χτήματα, για παραθέρισμα και για δουλειές.

Έπαιρνε το σούρουλο και ο Ταΰγετος ανασήκωνε μέσα από τη θάλασσα τους μαύρους πέπλους που μ’ αυτούς θα τυλιγόταν για να περάσει τη νύχτα όταν μπαρκάρουμε για την Πύλο.

Μάινα, λάσκα φωνάζει δυο τρεις φορές ο καπετάνιος και ξανοιγόμαστε, ο μαΐστρος π’ άρχισε με το σούρουπο όλο και φρεσκάρει. Τον έχουμε πρίμα και βοηθάει πολύ το τρέξιμό μας. Οι κρύες στάλες που μας ραντίζει δροσίζουν το πρόσωπο και μας ξεκουράζουν ύστερα από τις πολλές και αλλοιώτικες εντυπώσεις. Σαν θεϊκή θωπεία φτάνουν οι αύρες των γύρω λόφων ανακατωμένες με την μπούχνα της θάλασσας.

Προχωρούμε μες την ερημιά της νύχτας με μόνη συντροφιά το χτύπο της μηχανής που μπερδεύεται με τα τραγούδια. Σε ένα μεγάλο διάστημα μας παρακολουθεί το κυματιστό αναβόσβυμα του φάρου της Σαπιέντζας, το μάτι του δράκου όπως το ωνόμαστε ο Γιάννης ο Καμπύσης.

Μέσα στο σκοτάδι μαντεύεις τον απέραντο πόντο. Ξέρεις πως η νερένια τούτη πλάκα φέρνει σε όλες τις θάλασσες και σ’ όλους τους τόπους. Η θάλασσα που φωσφορίζει γύρω μας, π’ αλλάζει χίλιες μορφές κάθε στιγμή όλο παλμό, μαρμαρυγές κι αντανακλάσεις μάς προκαλεί σ’ ένα εξαγνιστικό μπάνιο.

Κοιτώντας τους δρόμους των αστεριών, τ’ αρμονικά γυαλίσματα, τους ίσκιους με τα φωτειά γλιστρήματα παράξενων σχημάτων, νοιώθεις πως ξεφεύγεις από την ανθρώπινη ισότητα και κάτι σε σπρώχνει στη μεγάλη απολύτρωση.

Το εξάωρο διάστημα του γυρισμού τελειώνει. Έχουμε μπει πια στο λιμάνι και ετοιμαζόμαστε για το ξεμπαρκάρισμα νυσταγμένοι και κουρασμένοι από τη μακριά αγρυπνία, αλλά και ευχαριστημένοι από την όμορφη εκδρομή.

Του Ηλ. Μισυρλή