«ΘΑΡΡΟΣ» 16 Φεβρουαρίου 1930: Μία επίσκεψις εις τα «απόμερα» και ύποπτα κέντρα, τα ταβερνεία, καμπαρέ κ.λπ.

«ΘΑΡΡΟΣ» 16 Φεβρουαρίου 1930: Μία επίσκεψις εις τα «απόμερα» και ύποπτα κέντρα, τα ταβερνεία, καμπαρέ κ.λπ.

-Οι νέοι που διδάσκονται τον εκφυλισμόν
-Η αλητεία και η επαιτεία
-Πώς οδηγούνται μοιραίως προς την καταστροφήν
-Η εγκληματική αδιαφορία των αρμοδίων
Έχοντας επίγνωσιν της αποστολής μας, συναισθανόμενοι ότι ο δημοσιογράφος διευθύνει πρωτίστως με την δύναμιν του ηθικού, απεφασίσαμεν χωρίς αξιώσεις ανακαλύψεως αγνώστου γης, να κάμνωμεν μίαν κοινωνικήν έρευναν εντός της πόλεώς μας και συγκεκριμένως εις τα μέρη εκείνα εις τα οποία συχνάζουσαι, ποτίζονται με το δηλητήριον του εκφυλισμού νεαραί υπάρξεις αι οποίαι αλματωδώς ακολουθούν τον δρόμον της διαφθοράς. Και είναι μελαγχολικόν φαινόμενον, νέοι επάνω εις την άνθησιν της ζωής των, εις τα έτη που διαπλάσσεται το σώμα και η ψυχή, να οδηγούνται – τονιζόμεν: να οδηγούνται – προς την επικειμένην καταστροφήν, χωρίς παντάπασι να συγκινούνται οι αρμόδιοι εκείνοι οίτινες δια της επιδεικνυομένης εγκληματικής αδιαφορίας των γίνονται υπαίτιοι της καταστάσεως αυτής, γίνονται σιωπηρώς ηθικοί αυτουργοί καταστροφής μιας τάξεως ανθρώπων οίτινες χαίρουν κάθε δικαίωμα ζωής.

Και λέγομεν ζωής, διότι πολύ ταχέως οι νέοι αυτοί, οι ασυναίσθητοι έκφυλοι, βαδίζουν ακουσίως προς το μοιραίον, αφού ο οργανισμός των ολίγον κατ’ ολίγον μαραίνεται, το πνεύμα διαστρεβλώνεται, ή φτερουγά εις τερατώδεις σκέψεις: εις το έγκλημα.

Αλλά, επαναλαμβάνομεν, δεν πρόκειται να υπεκφύγωμεν του κύκλου των Καλαμών. Δεν θα ασχοληθώμεν με τους κιτρινισμούς ενίων αθηναϊκών συναδέλφων, των οποίων οι συντάκται, εντός της ψυχολογίας του μεταπολεμικού νέου, αφιερώνουν καθημερινώς σελίδας ολοκλήρους ασχημιών, μόνον και μόνον δια να τονώσουν την κυκλοφορίαν των εφημερίδων των. Θα περιωρισθώμεν εις τον τόπον μας. Θα σκιαγραφήσωμεν κατά δύναμιν την ψυχοσύνθεσιν του Καλαμίου εκφύλου μεταπολεμικού νέου. Θα αποκαλύψωμεν τα άγνωστα εν πολλοίς εκείνα μέσα, τα οποία συνετέλεσαν και συντελούν εις την δημιουργηθείσαν παρούσαν θλιβεράν κατάστασιν, θα κρούσωμεν εν πάση περιπτώσει τον κώδωνα του κινδύνου, θα θίξωμεν τους αρμοδίους αυτούς, αδιαφορούντες αν πρόκειται να πικράνωμεν, να προσκρούσωμεν εις υφάλους…

-Εις τα απόμερα κέντρα
Και πρώτα πρώτα ας φέρωμεν τα βήματά μας εις τα απομεμακρυσμένα ύποπτα κέντρα της πόλεώς μας, τα γνωστά εις τα λεγόμενα αστυνομικά λαγωνικά! Σπρώχνουμε την πόρτα και επιχειρούμε να εισέλθουμε σ’ ένα απ’ αυτά. Θεέ μου, φρίκη, αίσχος! Κύματα καπνού σιγαρέττων έχουν κατακλύσει το «άντρο», φωνές, αλαλαγμοί, βρισιές. Ας υποδυθούμε τον ρόλο του συμπολίτου και ας πλησιάσουμε το φαινομενικώς αυτό εκεί πέρα στην παρέα των τριών ξυπολύτων γεροντάκι με τα θολά και κομμένα μάτια, το ρακένδυτο, με τον γείσο της τραγιάσκας προς τα πίσω!

Πιστεύω όμως ότι θα διαπράξω… ιεροσυλία αν το ανησυχήσω, είναι τόσο τυφλά αφοσιωμένο στη μονομανία του: Την τράπουλα. Τι κι αν μπήκαν στο «άντρο» άνθρωποι άγνωστοι καλοντυμένοι; Μας βλέπει, μας αναστημομετρεί για μια στιγμή, πασπαλίζει τα χείλη του – καταπίνοντας ίσως κάποια βλαστήμια – γιατί τον διακόψαμε και… επί το έργον… Τα

ον πλησιάζω.

-Πόσο χρονών είσαι, κύριε; τον ερωτώ. Μειδιά, το σατανικό, ξερό και βίαιο μειδίαμά του και στρέφει το κεφάλι περιφρονητικά… στην τράπουλα. Φαίνεται ότι τον προσβάλαμε με το «κύριε».

-Κάποιος μαθητής με πληροφορεί ότι το γεροντάκι αυτό δεν έκλεισε τα 15 χρόνια! Αλλά, είπαμε, μαθητής. Τι δουλειά έχει στο άντρο αυτό και πού… ροφά τον ναργιλέ του ο παιδονόμος;

-Ε, μα πώς θα ποικίλει η ζωή, κύριε, αν δεν πιούμε κι ένα καφεδάκι, αν δεν καπνίσωμε τσιγάρο, αν δε παίξουμε και μια πρέφα, μπιλιάρδο, αν δε στροβιλιστούμε με τη «λεγάμενη» στην αίθουσα του χοροδιδασκαλείου;

Ο μαθητής, εξουσιοδοτημένος και από τους άλλους πέντε τον αριθμόν συναδέλφους του που είναι ξαπλωμένοι ράθυμα στις καρέκλες του καφενείου, με τεμπλωμένα τα πόστα και ριγμένα πίσω κοιμιστικά τα χέρια, παρατηρεί – «δικαιολογείται, όπως προτιμάτε.

-«Γίνου ανηθικότερος να νοιώσης πιο καλά τη ζωή, κύριέ μου…

-Ευχαριστώ, ευχαριστώ, νεαρέ μου. Τρέχε στον κύκλο άκρη νάβρης… και μη φοβάσθε τους παιδονόμους. Τακτικώτατοι στο ταμείον κάθε 30ήν του μηνός, για να ενθυλακώσουν την κρατική επιχορήγηση.

Και συ, κε χωροφύλαξ, που καγχάζεις εκεί στην άκρη ροφώντας το ζεστό σου ξένοιαστα, κύτταζε κάπου – κάπου και το ωρολογάκι της χειρός να δης, πέρασε η ώρα της «βάρδιας» σου;

***

Δυστυχισμένοι πατεράδες που οι περισσότεροι πλανάσθε πλάνην τραγικήν όταν βαυκαλίζεσθε με την ελπίδα ότι ο γυιος σας αύριο θα σταδιοδρομήση, θα προκόψη στη ζωή κι έτσι θα μπορείτε να δήτε και σεις «καλά γεράματα». Πού να ξέρατε ότι το παιδί σας που το νομίζετε αύριο έναν άνδρα που θα σκορπίση γύρω του τον θρίαμβο της δόξης και θα απαθανατίση το όνομά σας, πού να ξέρατε – επαναλαμβάνω – ότι όταν σεις νομίζετε ότι ακροάται την παράδοσιν του μαθήματος, ή συμμελετά στου συμμαθητού του το σπίτι, η ψυχή του και το σώμα σήπτονται μέσα σε ανήλια καταγώγια, που διδάσκεται τη θεωρία και την πράξη του εκλύτου βίου, του εκφυλισμού, της καταστροφής.

Αλλά και αν οι περισσότεροι από σας είστε γνώσται του μοιραίου κι απαισίου παραστρατήματος του παιδιού σας, πώς μπορεί να του αναχαιτίσετε τον φρενήρη αυτό δρόμο; Κατά ποίαν λογικήν και πώς ένας πατέρας θα αφίση τη δουλειά του για να παρακολουθή το παιδί του, που κατά τραγικήν μοίρα εκεί που συχνάζει και με αυτούς που συναναστρέφεται, επήρε αρκετά νάματα πανουργίας και διπλωματίας έτσι που να μπορή να εξαπατήση και το διασημότερο αστυνομικό λαγωνικό.

Αλλά μήπως μαθηταί μόνον κατακλύζουν τις τρώγλες αυτές; Αν αποφασίσετε να κάμετε ένα γύρο των συνοικιών της πόλεώς μας όπου τα «άντρα» αυτά, θα δήτε «κάθε καρυδιάς καρύδι», καρραγωγείς, επιπλοποιούς, υπαλληλίσκους, χασομέρηδες, να είναι άλλοι σκυφτοί και ριγμένοι με πάθος στην τράπουλα, άλλοι να διασκεδάζουν με τις τουλίπες του καπνού των, φλυαρούντες, βλασφημούντες, εκστομίζοντες τα χαμερπέστερα επίθετα κι άλλοι… ρογχαλίζοντες σε μια γωνιά, συσπειρωμένοι στο ξεθωριασμένο παλτό ή σακάκι τους, για να ξυπνήσουν όταν ο κατά συνθήκην και αυτοκαλούμενος καφετζής τους πάρει μπλαστρί με το σάρωμα.

Στις ταβέρνες
Aλλ’ από του σημείου του να συνηθίσουν το κάπνισμα και το χαρτοπαίξιμο και να γίνουν αισχροί – πράγμα το οποίον δεν είμεθα τόσον αφελείς να πιστεύωμεν ότι σπουδαίως συντελεί εις την τελειωτικήν καταστροφή των – μέχρι του σημείου, οι ανήλικες αυτοί να επιδίδωνται εις τρομεράν οινοποσίαν, υπάρχει μεγάλη, μεγίστη σημασιολογική διαφορά.

-Ώστε προσφέρουν και νέοι σπονδάς προς τον Βάκχον;

-Πίνουν και μεθούν και επιδίδονται σε κραιπάλη, και χορεύουν και ασχημονούν και ζαλίζονται και τρικλίζουν κωμικά, και πέφτουν μπρούμυτα από το πολύ πιοτό κι εξοδεύουν και σπαταλούν χρήμα και πνεύμα και σώμα και ψυχή…

Μήπως κατόρθωσεν όμως να αναγνωρίση ο παιδονόμος τον μαθητήν την ώραν που προσέφερε σπονδάς προς τον Βάκχον, όταν εκυλίετο και εσφάδαζε και συνέσπα το ροδοκόκκινο από το πολύ «εβίβα» πρόσωπο κι έκλεινε τα αποκαμωμένα κατακόκκινα μάτια και ωδηγείτο στο σπίτι κρατούμενος από τις μασχάλες υπό των «συνδαιτυμόνων», αφού σκέπαζε το κεφάλι με κάποια τραγιάσκα ή ρεπούμπλικα;

Ή μήπως είναι δυνατόν οι παιδονόμοι να έχουν αποτυπώσει εις την μνήμην των τις μαθητικές μορφές, ή να «μυρίζονται» την ύπαρξιν τοιούτων αποκρύφων καταγωγίων οι ιδιοκτήται των οποίων φροντίζουν άλλως τε επιμελέστατα να εξυπηρετούν τους νεαρούς πελάτας των που τους πλουτίζουν;

Αλλά ο χωροφύλαξ συναισθάνθηκε μέσα του τουλάχιστον το ρίγος της συγκινήσεως, προς τον εργατικό νεαρό, για να τρέξη να τον σύρη από τ’ αυτί και να τον οδηγήση στο τμήμα; Ή μήπως εξέχασε την μέθοδο της χρησιμοποιήσεως του βούνευρου που πρέπει να την εφαρμόζη σε παρόμοιες περιστάσεις;

Διαμαρτυρόμεθα: Δεν παραδοξολογούμεν, ουδέ φαντασιογραφούμεν.

Ελάτε μαζί μας, κ.κ. χωροφύλακες, να σας υποδείξουμε εμείς τα κέντρα συναντήσεως πολλών αλητοπαίδων για να λάβετε πιστήν εικόνα των γραφομένων μας. Δεν είμεθα βεβαίως τόσον ουτιδανοί ώστε να επιρρίπτουμε όλες τις ευθύνες σε σας. Επειδή όμως οι «μεγάλοι υπεύθυνοι» χαρακτηρίζουν ως κοινωνικές εκδηλώσεις τα φαινόμενα αυτά του εκφυλισμού και οι οποίες για να παταχθούν απαιτούνται πολλά μα πάρα πολλά, γι’ αυτό σας καταλογίζουμε άγνοια, αδιαφορία, οκνηρία.

Αξιούμεν όμως από σας τους εκτελεστάς των νόμων και διαταγμάτων… αφύπνιση, ενδελεχή παρακολούθηση και αεικινησία για να κατασταλή το κακό οπωσδήποτε.

Τι έγιναν οι αστυνομικές διατάξεις; Υφίστανται ή δεν εκτελούνται; Ή μήπως τα αστυνομικά όργανα νομίζουν ως μόνον προορισμόν τους τα «σουλάτσα» στην αγορά για να μηνύσουν κανέναν επαγγελματία που πάσχει οικονομικώς δεινά, επειδή έκλεισε το κατάστημά του πέντε λεπτά πέραν της κεκανονισμένης ώρας, για να ενισχυθούν έτσι τα έσοδα της ψωροκώσταινας, αφού ο δυστυχής αυτός επαγγελματίας θα υποχρεωθή να καταβάλη στο δημόσιο ένα «τόσο» ποσό για χρηματική ποινή;

Αφήστε τον αυτόν, «κύριοι», στο πέλαγος που βρίσκεται, από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας και εκδώσατε ή εκτελέσατε τις αστυνομικές εκείνες διατάξεις εκ της πιστής εφαρμογής των οποίων θα ανανήψουμε κάπως από το μελαγχολικό φαινόμενο του εκφυλισμού, θα αναχαιτίσουμε εν πάση περιπτώσει την καλαματιανήν νεολαίαν από τον φρενήρη δρόμο της…

***

Εν τω μεταξύ, τα βλαστάρια και αφελή αυτά παιδιά με τους ευκόλους νεανικούς ενθουσιασμούς και το εύπλαστο του χαρακτήρος που εμφιλοχωρεί τόσον εύκολα κάθε τι καινούριο και που παραμορφώνεται χωρίς πολλές διαδικασίες, μαραίνονται σαν φύλλα, σήπονται σαν καρποί, γίνονται νευρασθενικά, μουχλιάζουν, εκφυλίζονται, γηράσκουν πρόωρα.

Και βέβαια. Φυσικός νόμος: Το διαρκές ξενύχτι, το κρασί, το χαρτοπαίξιμο, το τσιγάρο και γενικώς όλα αυτά εν συνδυασμώ δεν είναι δυνατόν παρά να μας αναπαραγάγουν γέρικα παιδιά, αρρωστιάρικα κορμιά που με την παραμικρή «κουντίνα» θα υποκύψουν στο μοιραίον…

•Στο επόμενο φύλλο μας: «Η αλητεία και επαιτεία»

Του αρχισυντάκτου μας Γ. ΠΕΡΣΟΠΟΥΛΟΥ