«Κόνις Ονείρων 13ον» : Αι Καλάμαι ως πόλις από το 1900 και μετά…

Πρώτη Δημοσίευση: 21/05/2018 18:51 - Τελευταία Ενημέρωση: 21/05/2018 18:51
«Κόμμα, ως καλούσι οι συμμορίται τας αθεμίτους εταιρίας των, ουδέν άλλο σημαίνει, παρά ψεύδος, απάτη, διαρπαγή,. Εν ενί λόγω προδοσία καθ’ όλων των δυνάμεων του δυστυχούς ημών έθνους. Δεν είναι γνωστόν τάχα από τίνας εκ περιτροπής συγκροτούνται τα εν ισχυϊ κόμματα παρ’ ημίν, και τίνα σκοπόν επιδιώκουν;… Καλάμαι τη 30η Ιανουαρίου 1900» .
 
 
 Από το 1900 και μετά, η πόλις των «Καλαμών», αρχίζει δειλά – δειλά να  «φτιασιδώνεται  και ξαφνικά, για πρώτη φορά, φαίνεται να προσπαθεί  οργανωμένα ν’ αποδιώξει την εξαθλίωση της μορφής της. Προσπαθεί ν’ αποτινάξει εκείνη τη μίζερη «Δωρική σιωπή» που αιώνες τώρα κουβάλαγε μέσα της. 
Μεγάλα έργα υποδομής επιχειρούν να συντηρήσουν, θεμελιώσουν, διασφαλίσουν και αναπτύξουν τον αστικό μετασχηματισμό και την οικονομική ανάπτυξη της πόλης, πολύ αργά όμως και μάταια, γιατί το 1900 θα σηματοδοτήσει την αρχή της παρακμής της. 
Και όμως, το 1901 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του νέου τεχνητού λιμανιού στη πόλη, που έδωσε μια νέα προοπτική στη μίζερη, περιθωριακή, καλαματιανή κοινωνία, ανοίγοντας μια μεγάλη και ασφαλή πόρτα στη θάλασσα από την οποία η πόλη, όπως και οι αρχαίες μεσσηνιακές πόλεις, τρύγαγε τα πλούτη της. 
Το λιμάνι ήτανε τότε και παρέμεινε για πολλά χρόνια μετά, ίσως μέχρι λίγο πριν από τις μέρες μας, το σημαντικότερο έργο υποδομής που έγινε ποτέ στη περιοχή της Μεσσηνίας. 
 Ένα μεγάλο τεχνικό έργο που σηματοδότησε την απαρχή της πρώτης και τελευταίας «σχεδιασμένης» οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής, σε μια απέλπιδα προσπάθεια των ντόπιων παραγωγικών δυνάμεων να συντηρηθούν, να διαφύγουν από την απομόνωση και αποφύγουν τη κατάρρευση που προκάλεσε η παρακμή και καταστροφή της οικοτεχνίας της σηροτροφίας, που είχε σα συνέπεια το κλονισμό, τη σταδιακή αποδυνάμωση και τελική καταστροφή της βιομηχανικής παραγωγής και το κλείσιμο των κλωστοϋφαντουργείων της πόλης που είχε σα συνέπεια τη καταστροφή του πρωτογενούς οικονομικού ιστού της.
Γιατί μέχρι το 1900 η πόλη αναπτύσσεται γύρω και με βάση τη κλωστοϋφαντουργία, και έχω γράψει πάλι για το πρώτο στην Ελλάδα κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο που έγινε αμέσως μετά την Επανάσταση του 1821 στο Νησί, δημιουργώντας τότε και το πρώτο γυναικείο εργατικό προλεταριάτο σε ολάκερη την Ελλάδα.
Σε κείμενο της εποχής με τίτλο « Τα μεταξουργεία εν Καλάμαις»,  περιέχονται τα ακόλουθα ενδιαφέροντα για τη βιομηχανική δραστηριότητα στη πόλη μέχρι το 1900 στοιχεία: 
«Η βιομηχανία της Μεταξουργίας εν Καλάμαις κατά  τα τελευταία έτη βαίνει οπισθοδρομικώς, έvεκεv του μεγάλου συvαγωvισμoύ, oυχ ήττov διατηρούνται εν τη  ετέρα πόλει, τρία ατμοκίνητα μεταξουργεία των κ.κ.  Αδελφών Στασιvoπoύλωv, Iω.Λαvασή και Αδελφώv  Μαραβά, άτιvα εργάζονται κατά το Ευρωπαικόv σύστημα δια τελειoτάτωv μηχανημάτων. Εv τω εργoστασίω των  αδελφών Στασιvoπoύλωv εργάζονται περί τας 160  εργάτιδας. Το εργoστάσιov τούτο παράγει ετησίως μέταξαv περί τας 6.000 οκάδων. Εν τω εργoστασίω του  κ. Iωαv. Δαvασή εργάζονται περί τας 120 εργάτιδας, παράγει και τούτο ετησίως μέταξαv περί  τας 4.000 οκάδων. Εν τω των Αδελφών Μαραβά εργάζονται περί τας 120  εργάτιδας, και η παραγωγή της μετάξης αυτού ανέρχεται περί τας 4.500 oκάδας.  Η μέταξα των εργοστασίων τούτων αποστέλλεται εις Μασσαλίαv, Λυών, και Iταλίαv εκτός της του κ. Δαvασή  ήτις αποστέλλεται και εις Γερμανίαν, Ελβετίαv και Αγγλίαv. Εκτός των ανωτέρω τριών εργοστασίων λειτoυργoύσιv  και έτερα τρία εργοστάσια μετάξης εργαζόμενα δια του πυρός, τα των κ.κ. αδελφών Στασιvoπoύλωv  Σταματέα και Παπαδoπoύλoυ και Δημ. Μαμαλoύκα.  Εν τω εργoστασίω των αδελφών Στασιvoπoύλωv εργάζονται περί τα 60 κoράσια, η παραγωγή της  μετάξης τούτου ανέρχεται εις 2.000 οκάδων. Εν τω Σταματέα και Παπαδoπoύλoυ εργάζονται περί τα  70 κoράσια, η παραγωγή της μεταξης του εργοστασίου τούτου ανέρχεται εις 2.300 οκάδων ετησίως.  Εν τω Δ. Μαμαλoύκα εργάζονται περί τα 50 κoράσια, η παραγωγή της μετάξης του εργοστασίου τούτου ανέρχεται εις 2.000 οκάδων ετησίως.  Η μέταξα των εργοστασίων τούτων καταναλίσκεται  μέρος μεν εις την επιτόπιov υφαvτoυργίαv, τo  πλείστov δε εν Γαλλία και Ιταλία.  Προς εξαγωγήv δε μετάξης εργάζονται καθ' oλov το θέρος και διάφορα τμηματικά καταστήματα εξάγοντα μέταξαv περί τας 2 3 χιλ. oκάδωv, ήτις καταναλίσκεται εις τε την εγχώριov καταvάλωσιv  απoστελλoμέvoυ και μέρους εις το εσωτερικόv της Ελλάδος».
Αυτή, η αρχική και η συνεχόμενη μέχρι το 1900 συσσώρευση κεφαλαίου, που είχε σαν συνέπεια την πορεία για τον αστικό μετασχηματισμό της πόλης, διαφοροποιούσε παράλληλα και το γεωγραφικό της περίγυρο, με τη συγκεντροποίηση, εμπορευματοποίηση και βιομηχανοποίηση της οικοτεχνίας της σηροτροφίας και της γεωργικής παραγωγής και την άτακτη μαζική σώρευση στη πόλη ανειδίκευτων εργατριών, εργατών και ανέργων. 
Παράλληλα ο «νέος εκβάρβαρος» ο ηλεκτροφωτισμός, το σημαντικότερο αναπτυξιακό οικονομικό (και κοινωνικής ανάπτυξης) έργο, έγινε στη πόλη το 1903 και ολοκληρώθηκε το 1908 με την κατασκευή του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από την «Ηλεκτρική Εταιρία». Η πόλη ουσιαστικά εκπολιτίζεται ξεφεύγοντας από την λατρεία της «ασετυλίνης»:
"... Η εγκατάστασις εξετελέσθη παρά της εv Αθήvαις εδρευoύσης " Ελληvικής Ηλεκτρικής Εταιρίας"... Η Εταιρεία δέv εφείσθη δαπάvης όπως καταστήση τo ηλεκτρικόv εργoστάσιov Καλαμώv αvτάξιov της εμπoρικής σπoυδαιότητoς και του μέλλοντος της πόλεως. Τα εγκαίνια του φωτισμού εγέvovτo την 6η Αυγούστου 1903... Η πόλις μετά της παραλίας και των πρoαστείωv, Καλυβίωv και Αβραμιoύ φωτίζεται δια 480  λαμπτήρων πυρακτώσεως των 16 κηρίων και 4 τοξοειδών λαμπτήρων των 500 κηρίων... Κατά την 1η Νοεμβρίου 1907 τo εργoστάσιov παρείχε φωτισμόv εις 180 πελάτας, διαθέτοντας εν συvόλω 20 μεγάλους λαμπτήρες και 1450 μικρούς λαμπτήρες πυρακτώσεως των 16 κηρίων επί τω πλείστov.... Σήμερov  κινούνται δι' ηλεκτροφωτισμού μια καφεκoπτική μηχανή μια υδραντλία, εv λιθoγραφείov και τρία εργοστάσια  καθαρισμού σταφίδων ... πρoσεδόθη vέα όψις πολιτισμού και ευπρεπείας τη πόλει. Τα αρχέγονα μέσα του φωτισμού δι' ασετιλίνης και πετρελαίου κατηργήθησαv, oι δε ηλεκτρικoί λαμπτήρες καταυγάζoυσι κια φωτίζoυσι τηv πόλη μας..."
Μια όψη, περιγραφή της πόλης, εκείνης της εποχής με «καλολογικά» μόνο στοιχεία, αντιγράφω από έντυπο των Αθηνών:
 «Υπό πάσαν έποψιν, αλλ’ ιδίως υπό την εμπορικήν και βιομηχανικήν η πρωτεύουσα αύτη της Μεσσηνίας  δύναται να ονομασθή δευτέρα πόλις της Πελοποννήσου. Προς βορράν τα βουνά της Αλαγονίας, προς ανατολάς το Καλάθι, προς νότον η θάλασσα, γύρω κάμποι απέραντοι κατάφυτοι όλοι από σταφίδας, αμπέλους, δημητριακά συκώνας, εσπεροειδή, ελαιώνας κ.τ.λ. Τοιούτον το θαλάσσιον πλαίσιον των Καλαμών, όπερ διαρρέεται από τον ορμητικόν χείμαρρον Νέδωνα ( Καλαματιανό). Η πόλις απέχουσα της ακτής 20΄, κείται εις τους πρόποδας του φραγκικού   φρουρίου της Καλαμάτας. Εις την αρχαιότητα φαίνεται ότι επί της θέσεως αυτής έκειντο αι ομηρικαί Φεραί, ως «Καλαμάτα» δε αναφέρεται από Χριστού γεννήσεως περίπου΄ επί φραγκοκρατίας   ήτο έδρα ομωνύμου Βαρωνίας, τότε δε εκτίσθη και το ήδη ερειπωμένον φρούριον. Κατόπιν επί Βενετών και Τούρκων, ήτο πρωτεύουσα  επαρχίας απολαύουσα και τινών αυτονομικών προνομίων επί των δευτέρων. Η σημερινή πόλις είναι καλώς εκτισμένη υπό έποψιν οικοδομών, έχουσα και πολλάς οικίας όντως αξίας μεγαλουπόλεως, αλλ’ αι οδοί της είναι στεναί κατά το πλείστον και ακανόνιστοι πλην ολίγων, ελλείψει ρυμοτομίας , και ο φωτισμός ανεπαρκέστατος δια την μεγάλην ανάπτυξιν ην έλαβεν η πόλις κατά τους τελευταίου ιδίως χρόνους, αποτελέσασα το κύριον κέντρον εμπορίου δια την μεσημβρινήν Πελοπόννησον. Τα σύκα, αι σταφίδες, τα έλαια, και η μέταξα, ων έχει άφθονον παραγωγήν. Κατά μεγίστας εξάγονται εντεύθεν ποσοτήτας. Αλλά και η βιομηχανική παραγωγή είναι μεγάλη : μεταξουργεία λαμπρά εν οις εργάζονται μετά ζηλευτής φιλοπονίας και τάξεως περί τα 800 κοράσια, οινοπνευματοποιεία και δη μαστιχοποιεία αναγάγοντα εις το ζενίθ της τελειότητος την κατασκευήν των  περιωνύμων αλκοολικών,  αλευροποιία, σιδηρουργεία, όλα εφοδιασμένα με τα τελειότερα  με τα τελειότερα των μηχανημάτων και άριστα παράγοντα προϊόντα. Μεταξύ άλλων σημειωτέον το λαμπρόν μεταξοϋφαντήριον της «Μονής των καλογραιών» Αγίου Κωνσταντίνου, αίτινες 70 των αριθμόν φιλεργόταται ούσαι έχουν παρ’ εαυταίς 3-4 κοράσια ως μαθητευόμενας, τα δε έργα των φημίζονται επί τελειότητι και λεπτότητι τέχνης. Τόπος εν γένει δράσεως και ζωής, φιλοπονίας ακοράστου και διαρκούς προόδου αι Καλάμαι, έχουν προς τούτοις ναούς ωραίους, ων εις βυζαντινός της 15ης εκατονταετηρίδος, ο οποίος είναι των Αγίων Αποστόλων, και είναι έδρα συντάγματος πεζικού, αρχιεπισκοπής, πρωτοδικείου, υποκαταστήματος Εθνικής Τραπέζης, ένδεκα προξενείων, ταμείου, εφορίας, τελωνείου, γυμνασίου, δύο ελληνικών σχολείων και πρακτορείων όλων των εν Ελλάδι ατμοπλοϊκών εταιριών. Κατοικούνται δε υπό κοινωνίας μεμορφωμένης, διατηρούσης καλλίστην φιλαρμονικήν και οργώσης προς πάσαν πρόοδον και συνδέονται δια σιδηροδρόμου μετά του ΒΔ κειμένου Διαβολιτσίου, όστις διασχίζει εκτάσεις θαυμασίως καταφύτους  από παν είδος φυτειών, διαρρεομένας υπό αφθόνων ρείθρων, της Πιρνάτσας (Παμίσου), του ‘Αριος του Νέδωνος κ.τ.λ. και μετά τινά χρόνον μετά των Αθηνών, δια της εν κατασκευή ενωτικής γραμμής Καλαμών – Τριπόλεως. Αι Καλάμαι αριθμούν σήμερον περί τας 12.000 κατοίκων, έχουν δε και τον λιμένα των 20΄ λεπτά νοτίως, τας «Νέας Καλάμας» μετά λιμεναρχείου, τελωνείου, λαμπρού κρηπιδώματος και θαυμασίας θέας, τόπον αναψυχής, Φάληρον δια τους κατοίκους, όπου παιανίζει η μουσική και ευρίσκει λαμπρόν χώρον περιπάτου και ωραία ξενοδοχεία, θερινά ιδίως, έτι δε και κίνησιν και ζωήν εν τω λιμένι εκ των καταπλεόντων και αποπλεόντων πλοίων μεγάλην. Αριθμεί δε ο λιμήν των «Νέων  καλαμών» περί τους 800 κατοίκους ολονέν αναπτύσσεται».
Η αληθινή όμως όψη της πόλης, περιγράφεται από καλαματιανό «μικροαστό» αρθρογράφο που αναφέρει:
  «Ευρισκόμεθα εν πλήρη αποκλεισμώ από την σκόνην και την βρώμα. Φαντασθείτε πόλιν έχουσαν την ωραιτέραν παραλίαν, τα ωραιoτέρας εξοχάς, δάση πορτοκαλεών, λεμονεών και διαφόρων άλλων αυθαλών δένδρων, κήπους κλπ και όμως αποκεκλεισμένων εντός των στενωπών της από την σκόνην και την βρώμαν. Θέλεις να υπάγεις εις την παραλίαν οφείλεις πρότερον να κάμης ένα λουτρόν εις την κυματοέσσαν θάλασσαν της κόνεως της από της Κάτω Πλατείας εις την παραλίαν οδόν… Θέλεις να υπάγης εις τα Δενδράκια, ίνα αναπνεύσης τον εσπερινόν βορέα, οφείλεις να κάμης ένα λουτρόν της μύτης σου εις τα αρωματώδη ύδατα τα λιμνάζοντα εκεί και εις τας ευωδίας, ας αποπνέει η άκρα των παντοπωλείων και κρεοπωλείων καθαριότης η πηγήν έχουσα όλα τα περιττώματα…Θέλεις να πας εις τα περιβόλια οφείλεις να ζητήσης αερόστατον, διότι δεν υπάρχει άλλο μέσον συγκοινωνίας …και ούτω ο ευτυχής καλαματιανός ενώ ευρίσκεται υπό φυσικήν έποψιν εν παραδείσω πάσχει καταδίκην ταντάλειον μη επιτρεπομένου αυτώ ούτε να περιπατή ούτε να αναπνέη ανέτως….Ω κακομεταχειρισμένη Καλαμάτα, ως πότε θα ανέχεσαι να σε κυλίουν εις την σκόνην και τον βόρβορον;».
 
 
 
του Δημητρίου Ν Ζέρβα, δικηγόρου
 



Προσθήκη νέου σχολίου

Σχετικές Ειδήσεις