Ο χρυσός μας Μαραθωνοδρόμος «Σπύρος Λούης»

Πρώτη Δημοσίευση: 15/02/2016 19:31 - Τελευταία Ενημέρωση: 15/02/2016 19:31
Ιστορικές Ολυμπιακές Μορφές
 
Για την ιστορία και την τιμή μνήμης: Βασίλειος Ι. Μανιάτης
 
Με αφορμή τον 31ο Μαραθώνιο Δρόμο που έγινε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου, οι πιο πολλοί Έλληνες ανέτρεξαν στην ιστορία μας, όταν πριν από 117 χρόνια η Ελλάδα δοξαζόταν σ’ όλο τον κόσμο με το χρυσό μας Ολυμπιονίκη – Μαραθωνοδρόμο Σπύρο Λούη.
Αυτός ο άσημος μέχρι τον Απρίλιο του 1896 νερουλάς από το Μαρούσι, δοξάστηκε και έγινε θρύλος. Γεννημένος στα 1873, έμελε στα 23 του χρόνια να γνωρίσει τη δόξα του μεγάλου πρωταθλητή, που δεν ξανάτρεξε ποτέ.
Παρ’ όλα αυτά, πέθανε πάμφτωχος στο Μαρούσι, στις 27 Μαρτίου του 1940.
Ο Λούης δεν επρόκειτο να τρέξει στο Μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Στους αγώνες πρόκρισης που είχαν γίνει, είχαν κερδίσει ο Χαρίλαος Βασιλάκος και ο Γιάννης Λαυρέντης.
Όμως, ο ταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος, που είχε στρατιώτη το νεαρό Μαρουσιώτη, επέμενε στη συμμετοχή του στρατιώτη του. «Έχει γερά πνευμόνια, δεν μπορεί να χάσει», έλεγε και ξαναέλεγε.
Τελικά, οι πιέσεις απέδωσαν και στις 29 Μαρτίου, τριάμισι λεπτά πριν από τις δύο το μεσημέρι, ο Λούης ήταν στην εκκίνηση μαζί με 15 άλλους αθλητές. Τέσσερις ξένους και άλλους έντεκα Έλληνες.
Ο Λούης, αν και δεν είχε ιδέα για τεχνική και οικονομία δυνάμεων, έτρεξε υποδειγματικά. Όσο περνούσαν τα χιλιόμετρα, όσο ο ήλιος γινόταν ο μεγαλύτερος αντίπαλος των αθλητών, όσο ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος για το Καλλιμάρμαρο, τόσο αυτός έφθανε πιο κοντά στο σκοπό του.
Περνούσε όλους όσοι είχαν αποσπαστεί. Στο 37ο χιλιόμετρο πέρασε τον Αυστραλό Φλακ. Στους Αμπελόκηπους είναι πρώτος. Όταν φθάνει στη Ριζάρειο Σχολή, ρίχνεται κανονιοβολισμός από το Λυκαβηττό, σημάδι ότι προηγείται Έλληνας αθλητής.
Έφιππος και κατασκονισμένος φτάνει ο αφέτης Παπαδιαμαντόπουλος στο Στάδιο για να αναγγείλει στη βασιλική οικογένεια ότι προπορεύεται ο Σπύρος Λούης. Το νέο μεταδίδεται σε όλο το Στάδιο.
Πενήντα χιλιάδες άνθρωποι ξεσπούν σε πανηγυρισμούς.
Λίγα λεπτά αργότερα ένας ηλιοκαμένος νεαρός με λευκή φανέλα και λευκό κοντό παντελόνι μπαίνει στο Στάδιο. Μένουν λίγα μέτρα. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ο πρίγκιπας Γεώργιος κατεβαίνουν στον αγωνιστικό χώρο και τρέχουν δίπλα του ως τιμητική συνοδεία.
Ο νεαρός Μαρουσιώτης τερματίζει και το Στάδιο παίρνει φωτιά. Οι ενθουσιώδεις φωνές του πλήθους ακούστηκαν μέχρι… τον ουρανό. Όρθιοι, πετούσαν τα καπέλα τους στον αέρα και ζητωκραύγαζαν τον Έλληνα πρωταθλητή.
Δεκάδες ήταν οι προσφορές για το νεαρό που έγινε θρύλος. Ο Λούης τα αρνήθηκε όλα. Δέχτηκε μόνο ένα άλογο και ένα κάρο για να μεταφέρει ξεκούραστα το νερό από το Μαρούσι στην Αθήνα.
Ο «θρύλος» της Αθήνας, των 96 λεπτών, δεν ξανάτρεξε σε αγώνες. Επέστρεψε στο Μαρούσι. Μόνο το 1936 τον θυμήθηκαν ξανά. Ντυμένος τσολιάς μπήκε πρώτος στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου κρατώντας την ελληνική σημαία.
Τέσσερα χρόνια μετά έφτασε στο τέλος της ζωής του. Ήταν 67 χρόνων.
 
Ιστορική Πηγή
«Έλληνες Ολυμπιονίκες» (1896 – 2004), ειδική έκδοση του «Ελεύθερου Τύπου»



Προσθήκη νέου σχολίου

Σχετικές Ειδήσεις